Κοινοποίηση άρθρου
Ο «πατριωτικός φόρος», ο κατώτατος μισθός και οι φορολογικές ελαφρύνσεις βρίσκονται στο κέντρο της κριτικής του Terry Χατζηιερεμία στο οικονομικό πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα. Στο Daily Show της 3ης Σεπτεμβρίου εξετάζει τις εξαγγελίες που παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και θέτει το ερώτημα ποιος θα χρηματοδοτήσει τις παρεμβάσεις και πώς θα εφαρμοστούν.
Η βασική του διαφωνία αφορά τον ρόλο του κράτους στην οικονομία. Υποστηρίζει ότι οι νέες παροχές δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από περιορισμό της σπατάλης και μείωση της επιβάρυνσης των επιχειρήσεων. Αντιπροτείνει μικρότερο διοικητικό κόστος, χαμηλότερους φόρους και περισσότερα περιθώρια για επενδύσεις και προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα.
Ιδιαίτερη συζήτηση γίνεται για την πρόταση φορολόγησης του μεγάλου πλούτου. Με αφορμή τηλεοπτικό απόσπασμα και ερωτήματα του Κώστα Βαξεβάνη, ο Terry ζητά να προσδιοριστεί ποια περιουσία θα φορολογείται, ποιοι θα υπάγονται στο μέτρο και με ποια στοιχεία θα υπολογίζεται η αξία της. Εστιάζει επίσης στις δυσκολίες αποτύπωσης περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με εταιρικά σχήματα ή βρίσκονται στο εξωτερικό.
Στις προτάσεις για τις επιχειρήσεις, αντιμετωπίζει θετικά την κατεύθυνση κατάργησης επιβαρύνσεων, αλλά θεωρεί ανεπαρκή μια περιορισμένη μείωση της προκαταβολής φόρου. Η δική του θέση είναι ότι η ανάγκη προπληρωμής φόρου περιορίζει τη διαθέσιμη ρευστότητα. Μιλά από την πλευρά του επιχειρηματία που καλείται να καλύψει ταυτόχρονα λειτουργικά έξοδα, μισθοδοσία και φορολογικές υποχρεώσεις.
Οι εξαγγελίες για μισθούς οδηγούν στη συζήτηση για το συνολικό κόστος εργασίας. Ο Terry υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις πρέπει να εξετάζονται μαζί με τις εισφορές και την οικονομική δυνατότητα των επιχειρήσεων. Παράλληλα, εκφράζεται θετικά για καλύτερες αποδοχές των εκπαιδευτικών και για τη στήριξη των πυροσβεστών, ζητώντας όμως σαφή χρηματοδότηση και σχεδιασμό.
Στην παιδεία διαφωνεί με την κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων, τις οποίες θεωρεί σημαντικό μηχανισμό αξιοκρατικής επιλογής. Θέτει το πρακτικό ερώτημα του τρόπου εισαγωγής σε σχολές με περισσότερους υποψηφίους από διαθέσιμες θέσεις. Για τους νέους προκρίνει και κίνητρα δημιουργίας επιχειρήσεων, πέρα από τις επιδοματικές παρεμβάσεις.
Η συνολική του εκτίμηση είναι ότι οι οικονομικές προτάσεις πρέπει να αξιολογούνται με βάση την εφαρμογή τους. Πόσο κοστίζουν, πότε αποδίδουν και πόσα χρήματα αφήνουν τελικά σε εργαζομένους και επιχειρήσεις; Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα στηρίζει τη διαφωνία του με το πρόγραμμα και τη δική του πρόταση για λιγότερες κρατικές δαπάνες και ισχυρότερη μεσαία τάξη.


