Κοινοποίηση άρθρου
Η συζήτηση για το τουρκολιβυκό μνημόνιο αφορά την ασφάλεια της Ελλάδας, τη θέση της Κρήτης και τις επιλογές που κάνουμε ως χώρα σε μια περιοχή γεμάτη ανταγωνισμούς. Με ανησυχεί όμως και κάτι ακόμη: ο τρόπος με τον οποίο αυτή η εξωτερική πίεση συναντά την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Ποιος προτείνει συγκεκριμένη στρατηγική και ποιος επενδύει στην ένταση για να κερδίσει ακροατήριο;
Στο ίδιο κάδρο βάζω την προβολή του Ηλία Κασιδιάρη, τις συζητήσεις για νέα πολιτικά σχήματα και τις επαφές πολιτικών προσώπων στην Αθηναϊκή Λέσχη. Η σύνδεση που εξετάζω είναι πολιτική εκτίμηση. Χρειάζεται να κρίνουμε χωριστά όσα έχουν συμβεί και όσα φοβόμαστε ότι μπορεί να ακολουθήσουν.
Τι αλλάζει με την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο για τις θαλάσσιες ζώνες που είχε υπογραφεί με την Τουρκία το 2019. Ανέτρεψε έτσι την προηγούμενη στάση της απέναντι στη συμφωνία. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή προέρχεται από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, ενός χώρου που είχε αντιταχθεί στις συμφωνίες της Άγκυρας με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Το ρεπορτάζ της ΕΡΤ καταγράφει την απόφαση και το ιστορικό της.
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα για την Αθήνα. Πόσο ασφαλής είναι μια διπλωματική στρατηγική όταν στηρίζεται στην προσδοκία ότι ένας τρίτος παράγοντας θα συνεχίσει να αντιτίθεται στην Τουρκία; Η μεταβολή στάσης δείχνει πόσο εύκολα μπορούν να αλλάξουν οι ισορροπίες όταν κάθε πλευρά επανεκτιμά τα συμφέροντά της.
Χρειάζεται, πάντως, μια κρίσιμη διευκρίνιση: η κοινοβουλευτική κύρωση δεν εξαφανίζει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η θέση της ΕΕ από το 2019 είναι ότι το μνημόνιο παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτά. Η θέση αυτή αποτυπώνεται σε επίσημη απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η πολιτική ενίσχυση μιας διεκδίκησης και η νομική αποδοχή της είναι διαφορετικά πράγματα.
Η προβολή του Ηλία Κασιδιάρη χρειάζεται πολιτικό περιεχόμενο
Με απασχολεί η ευκολία με την οποία η δημόσια εικόνα ενός προσώπου γίνεται υποκατάστατο πολιτικής πρότασης. Μια έξοδος, μια φωτογραφία ή η επαναλαμβανόμενη αναφορά του ονόματός του μπορούν να τον κρατούν διαρκώς στην επικαιρότητα. Δεν εξηγούν, όμως, τι προτείνει για την εξωτερική πολιτική, τι θα έκανε σε μια κρίση και ποιες συνέπειες έχουν οι θέσεις του.
Αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο εξετάζω την προβολή του Ηλία Κασιδιάρη. Ο ψηφοφόρος χρειάζεται συνεντεύξεις, σαφείς τοποθετήσεις και απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις. Η εντύπωση ότι ένα πολιτικό σχήμα «ανεβαίνει» δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η χρησιμότητά του.
Στο επεισόδιο εξετάζω δύο διαφορετικά ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι να καλλιεργούνται μεγάλες προσδοκίες γύρω από ένα σχήμα του οποίου η εκλογική συμμετοχή μπορεί στη συνέχεια να εμποδιστεί. Το δεύτερο είναι να αποκτήσει μεγαλύτερο χώρο μια ρητορική σύγκρουσης με την Τουρκία. Πρόκειται για υποθέσεις προς πολιτική αξιολόγηση. Δεν προδικάζουν δικαστική απόφαση ούτε αποδεικνύουν ότι υπάρχει συμφωνημένο σχέδιο κλιμάκωσης.
Οι πολιτικές επαφές δοκιμάζουν τις διακηρυγμένες αποστάσεις
Η Αθηναϊκή Λέσχη επανέρχεται στη συζήτηση επειδή οι πολιτικές σχέσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις ταμπέλες. Όταν κάποιος εμφανίζεται ως ασυμβίβαστος αντίπαλος ενός πολιτικού χώρου, δικαιολογημένα εξετάζουμε με ποιους συναντιέται, σε ποιες πρωτοβουλίες συμμετέχει και τι υποστηρίζει εκεί.
Στο Daily Show της 19ης Οκτωβρίου για την Αθηναϊκή Λέσχη και τη λογοδοσία των υπουργών ανέπτυξα το ερώτημα των δημόσιων εξηγήσεων. Εδώ το συνδέω με τη συνέπεια όσων προβάλλουν μια διαφορετική πολιτική διαδρομή. Οι πολίτες πρέπει να μπορούν να διακρίνουν πού υπάρχει πραγματική διαφωνία και πού απλώς αλλάζουν τα πρόσωπα.
Η παρουσία σε μια συνάντηση δεν αποδεικνύει από μόνη της μυστική συμφωνία. Δημιουργεί όμως εύλογα ερωτήματα για τον σκοπό της επαφής και τις θέσεις των συμμετεχόντων. Αυτά χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις.
Η Κρήτη και το κόστος μιας ευρύτερης κρίσης
Στην ανησυχία μου για την Κρήτη συνδέονται οι θαλάσσιες διεκδικήσεις, η διαχείριση των μεταναστευτικών αφίξεων και η δυνατότητα του κράτους να ανταποκριθεί σε πολλαπλές πιέσεις. Κάθε ένα από αυτά χρειάζεται δικό του σχεδιασμό. Η ταυτόχρονη παρουσία τους κάνει ακόμη πιο απαιτητική την άσκηση πολιτικής.
Το ίδιο ισχύει για την οικονομία. Όταν μια οικογένεια πιέζεται ήδη από το κόστος ζωής, η προοπτική μιας περιφερειακής σύγκρουσης αφορά πολύ περισσότερα από τις ειδήσεις που παρακολουθεί. Αφορά την εργασία, την επιχείρηση και την καθημερινή της ασφάλεια. Αυτό το ανθρώπινο κόστος πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο κάθε συζήτησης για κλιμάκωση.
Η δική μου ανησυχία είναι ότι η ένταση μπορεί να γίνει πολιτικό εργαλείο πριν συζητηθούν σοβαρά οι συνέπειές της. Η υπεράσπιση της χώρας απαιτεί καθαρές θέσεις, προετοιμασία και ευθύνη για όσους θα επωμιστούν το κόστος. Όσο πιο εύκολα ακούγεται μια πολεμική διακήρυξη, τόσο πιο επίμονα πρέπει να ζητάμε από εκείνον που την κάνει να εξηγήσει τι ακριβώς προτείνει και πού οδηγεί.